Μετάφραση του "convert" σε Ελληνικά

Οι μετατρέπω, προσήλυτος, προσηλυτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convert" σε Ελληνικά.

convert verb noun γραμματική

A person who has converted his or her religion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετατρέπω

    verb

    transform (something) into another form, substance, state, or product [..]

    The present currencies are not yet being converted into the euro.

    Τα νομίσματα που χρησιμοποιεί δεν μετατρέπονται ακόμη σε ευρώ.

  • προσήλυτος

    noun masculine

    person who has converted religion

    Perhaps another convert to the study of ancient Kent.

    Ίσως άλλος ένας προσήλυτος στη μελέτη του αρχαίου Κεντ.

  • προσηλυτίζω

    verb

    induce (someone) to adopt a particular religion, faith, or belief

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νεοφώτιστος
    • μετατρέπομαι
    • σφετερίζομαι
    • αλλάζω
    • μετασχηματίζω
    • οπαδός
    • τροποποιώ
    • μεταπείθω
    • διαμορφώνω
    • ασπάζομαι
    • αλλάσσω
    • ανταλλάσσω
    • ανάγω
    • μεταστρέφομαι
    • παίρνω με το μέρος μου
    • προσηλυτίζομαι (σε κτ)
    • προσχωρώ (σε κτ)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " convert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "convert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "convert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη