Μετάφραση του "cookout" σε Ελληνικά

Οι μπάρμπεκιου, ψησταριά, υπαίθριο μαγείρεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cookout" σε Ελληνικά.

cookout noun γραμματική

(US) A meal that is cooked and eaten outside; either a domestic barbecue or a larger social event. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπάρμπεκιου

    noun neuter

    You click on that cookout tag, there an entirely different conversation with different people participating in it.

    Κάνεις κλικ στο tag μπάρμπεκιου και βρίσκεις μια εντελώς διαφορετική συζήτηση με διαφορετικούς ανθρώπους να συμμετέχουν σε αυτή.

  • ψησταριά

    noun
  • υπαίθριο μαγείρεμα

  • υπαίθριο τραπέζι, -ζωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cookout " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cookout" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη