Μετάφραση του "cooperation" σε Ελληνικά

Οι συνεργασία, σύμπραξη, συμβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cooperation" σε Ελληνικά.

cooperation noun γραμματική

Alternative spelling of cooperation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεργασία

    noun feminine

    act of cooperating or being cooperative [..]

    You've got my full cooperation.

    Έχετε την πλήρη συνεργασία μου.

  • σύμπραξη

    noun

    Work with an another person or in a team.

    The authorities are thus dependent on the social partners' cooperation in the flexicurity arrangements.

    Έτσι, ο δημόσιος τομέας εξαρτάται από τη σύμπραξη των εταίρων για τις ρυθμίσεις της ευελιξίας με ασφάλεια.

  • συμβολή

    noun

    Tarot cards like to be read in the middle of the night, and I need them to cooperate.

    Τα Ταρώ διαβάζονται τα μεσάνυχτα, και θέλω τη συμβολή τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεργασíα
    • συνεργασια
    • συνεργία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cooperation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cooperation"

Φράσεις παρόμοιες με "cooperation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cooperation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη