Μετάφραση του "cooperative" σε Ελληνικά

Οι συνεταιρισμός, συνεργάσιμος, συνεταιριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cooperative" σε Ελληνικά.

cooperative adjective noun γραμματική

Alternative spelling of cooperative. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεταιρισμός

    noun masculine

    type of company

    Any cooperative may have an effect on competition in two ways if not more.

    Πράγματι, κάθε συνεταιρισμός μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό, τουλάχιστον με δύο τρόπους.

  • συνεργάσιμος

    adjective masculine

    ready to work with another

    He's been about as cooperative as any prisoner we've tried around here.

    Ήταν συνεργάσιμος όσο και κάθε άλλος κατηγορούμενος εδώ.

  • συνεταιριστικός

    adjective masculine

    relating to a cooperative

    Each cooperative society operates chains of retail outlets that are fully owned by it.

    Κάθε συνεταιριστικός οργανισμός εκμεταλλεύεται ορισμένες αλυσίδες καταστημάτων λιανικού εμπορίου, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα εξ ολοκλήρου σε αυτόν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεργατικός
    • Συνεταιρισμός
    • συνεργατική
    • κοινός
    • διαλλακτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cooperative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cooperative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cooperative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη