Μετάφραση του "coping" σε Ελληνικά
Οι αντέχοντας, αντιμετώπιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coping" σε Ελληνικά.
coping
noun
verb
γραμματική
Present participle of cope. [..]
-
αντέχοντας
-
αντιμετώπιση
Noun masculineThe operator of the regular services may use additional vehicles to cope with temporary or exceptional situations.
Ο εκμεταλλευόμενος τακτικές γραμμές μπορεί να χρησιμοποιεί επικουρικά οχήματα προς αντιμετώπιση προσωρινών ή εκτάκτων καταστάσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "coping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αντιμετωπίζω · καταφέρνω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω
-
αντέχω · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι σε · αντιμετωπίζω · πάσχω από · τα βγάζω πέρα με
-
σέγα
-
Τζούλιαν Κόουπ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη