Μετάφραση του "copulative" σε Ελληνικά

Το συνδετικό ρήμα είναι η μετάφραση του "copulative" σε Ελληνικά.

copulative adjective noun γραμματική

Of or pertaining to copulation [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδετικό ρήμα

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " copulative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "copulative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνουσιάζομαι
  • αναπαράγομαι · ζευγαρώνω · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • σεξουαλική επαφή · σεξουαλική πράξη · συνουσία
  • αναπαράγομαι · ζευγαρώνω · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • σεξουαλική επαφή · σεξουαλική πράξη · συνουσία
  • αναπαράγομαι · ζευγαρώνω · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • αναπαράγομαι · ζευγαρώνω · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "copulative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη