Μετάφραση του "coracoid" σε Ελληνικά
Το κορακοειδής απόφυση είναι η μετάφραση του "coracoid" σε Ελληνικά.
coracoid
adjective
noun
γραμματική
(anatomy) Part of the scapula that projects towards the sternum in mammals; the coracoid process [..]
-
κορακοειδής απόφυση
feminineThe coracoid process could only be exposed if the arm was raised.
Η κορακοειδής απόφυση μπορεί να εκτεθεί μόνο αν το χέρι είναι υψωμένο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coracoid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "coracoid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κορακοειδής απόφυση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη