Μετάφραση του "cord" σε Ελληνικά

Οι σχοινί, κορδόνι, σκοινί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cord" σε Ελληνικά.

cord verb noun γραμματική

A long, thin, flexible length of twisted yarns (strands) of fibre/fiber (rope, for example); (uncountable) such a length of twisted strands considered as a commodity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχοινί

    noun neuter

    The hook is ed for cutting linend cord.

    Ο γάντζος είναι για να κόβει το σχοινί.

  • κορδόνι

    noun neuter

    At three, he was nearly strangled by a curtain cord.

    Στα τρία του, παραλίγο να στραγγαλιστεί από ένα κορδόνι κουρτίνας.

  • σκοινί

    noun neuter

    You pull this cord and the gas bottle inflates the thing and you don't sink.

    Τραβάς αυτό το σκοινί και η φιάλη αερίου φουσκώνει αυτό το πράγμα και έτσι δεν βυθίζεσαι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χορδή
    • καλώδιο
    • σπάγγος
    • κοτλέ
    • κόρδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cord " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cord
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εύκαμπτο καλώδιο, κορδόνι

Εικόνες με "cord"

Φράσεις παρόμοιες με "cord" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cord" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη