Μετάφραση του "cornel" σε Ελληνικά
Οι κρανιά, κράνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cornel" σε Ελληνικά.
cornel
noun
γραμματική
(botany) Any tree or shrub of the genus Cornus, i.e., dogwood, especially C. mas , the w:European cornel. [..]
-
κρανιά
noun femininetree
-
κράνο
neuterfruit
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cornel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cornel"
Φράσεις παρόμοιες με "cornel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κρανιά
-
πανεπιστήμιο κορνέλ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη