Μετάφραση του "correction" σε Ελληνικά

Οι διόρθωση, επανόρθωση, αποκατάσταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "correction" σε Ελληνικά.

correction noun γραμματική

The act of correcting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διόρθωση

    noun feminine

    I've made a correction.

    Έχω κάνει μια διόρθωση.

  • επανόρθωση

    noun

    Such programme shall be based on best practices and allow for the swift detection and correction of failures.

    Το εν λόγω πρόγραμμα βασίζεται στις βέλτιστες πρακτικές και επιτρέπει ταχεία ανίχνευση και επανόρθωση των αστοχιών.

  • αποκατάσταση

    noun feminine

    They're scars from surgery to correct carpal tunnel syndrome.

    Είναι ουλές από χειρουργείο για την αποκατάσταση συνδρόμου καρπιαίου σωλήνος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σωφρονισμός
    • τιμωρία
    • βελτίωση
    • διορθωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " correction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "correction"

Φράσεις παρόμοιες με "correction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "correction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη