Μετάφραση του "corrival" σε Ελληνικά
Το αντίπαλος είναι η μετάφραση του "corrival" σε Ελληνικά.
corrival
adjective
verb
noun
γραμματική
A fellow rival; a competitor; a rival; also, a companion. [..]
-
αντίπαλος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corrival " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη