Μετάφραση του "corrupted" σε Ελληνικά
Οι αργυρώνητος, παρεφθαρμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corrupted" σε Ελληνικά.
corrupted
adjective
verb
γραμματική
Marked by immorality and perversion; depraved. [..]
-
αργυρώνητος
adjective masculine -
παρεφθαρμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corrupted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corrupted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλλοίωση, καταστροφή αρχείου
-
φθαρτός
-
σκάνδαλο διαφθοράς
-
Δείκτης διαφθοράς
-
Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί
-
διαφθορά
-
παρεφθαρμένο αρχείο
-
νόμος για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη