Μετάφραση του "cosmetics" σε Ελληνικά
Το καλλυντικά είναι η μετάφραση του "cosmetics" σε Ελληνικά.
cosmetics
noun
γραμματική
Preparations applied externally to change or enhance the beauty of skin, hair, nails, lips, and eyes. [..]
-
καλλυντικά
n-ppreparations to change or enhance the beauty
Personal, I am going to test in animals for cosmetics... illegal.
Παιδιά, θα κάνω παράνομη τη χρήση πειραματόζωων για καλλυντικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cosmetics " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cosmetics"
Φράσεις παρόμοιες με "cosmetics" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοσμητικές μεταρρυθμίσεις
-
αισθητικός · διακοσμητικό φυτό · επιφανειακός · καλλυντικό · καλλωπιστικό φυτό · κοσμητική · κοσμητικός
-
βιομηχανία καλλυντικών
-
βιομηχανία καλλυντικών
-
πλαστική οδοντιατρική
-
αισθητική χειρουργική
-
καλλυντικά προϊόντα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη