Μετάφραση του "cost" σε Ελληνικά

Οι κόστος, κοστίζω, στοιχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cost" σε Ελληνικά.

cost verb noun γραμματική

Amount of money, time, etc. that is required or used. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόστος

    noun neuter

    amount of money, time, etc. [..]

    Reckon the cost before you decide to purchase the car.

    Σκέψου το κόστος προτού αποφασίσεις να αγοράσεις το αυτοκίνητο.

  • κοστίζω

    verb

    to incur a charge, a price

    The concert ticket costs more than the cinema ticket.

    Η είσοδος στο κοντσέρτο κοστίζει περισσότερο απ ́αυτή στον κινηματογράφο.

  • στοιχίζω

    verb

    to incur a charge, a price

    Yeah, I cost them more than anyone else, too.

    Ναι, και τους στοιχίζω και παραπάνω από οποιονδήποτε άλλον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • τίμημα
    • αντίτιμο
    • δαπάνη
    • τιμή
    • τιμώμαι
    • έχω
    • έξοδο
    • απώλεια
    • κοστολογώ
    • έξοδα
    • τιμή κόστους
    • αξία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cost
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κόστος

    Reckon the cost before you decide to purchase the car.

    Σκέψου το κόστος προτού αποφασίσεις να αγοράσεις το αυτοκίνητο.

COST
+ Προσθήκη

"COST" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το COST στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "cost"

Φράσεις παρόμοιες με "cost" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη