Μετάφραση του "counterproof" σε Ελληνικά
Το ανταπόδειξη είναι η μετάφραση του "counterproof" σε Ελληνικά.
counterproof
noun
γραμματική
(printing) The inverted image of an original proof. [..]
-
ανταπόδειξη
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " counterproof " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη