Μετάφραση του "countless" σε Ελληνικά

Οι άμετρος, αναρίθμητος, άπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "countless" σε Ελληνικά.

countless adjective

Too many to count; innumerable or incalculable [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμετρος

    adjective masculine

    too many to count, innumerable

  • αναρίθμητος

    adjective masculine

    too many to count, innumerable

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμέτρητος
    • ανάριθμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " countless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "countless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη