Μετάφραση του "coupon" σε Ελληνικά
Οι δελτίο, εισητήριο, κουπόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coupon" σε Ελληνικά.
coupon
noun
γραμματική
(obsolete) A certificate of interest due, printed at the bottom of transferable bonds (state, railroad, etc.), given for a term of years, designed to be cut off and presented for payment when the interest is due; an interest warrant. [..]
-
δελτίο
nounThe coupon was handed in at Mengo's bar.
Το δελτίο το συμπλήρωσε στο μπαρ του Mengo.
-
εισητήριο
-
κουπόνι
noun neuterBetter to have a coupon and not pay at all!
Καλύτερα να έχω κουπόνι και να μην πληρώνω καθόλου!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τοκομερίδιο
- μερισματαπόδειξη
- απόκομμα
- εισιτήριο
- δοκιμαστικό δείγμα
- κουπόνι ομολόγου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coupon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Coupon
-
Κουπόνι, απόκομμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη