Μετάφραση του "courtship" σε Ελληνικά
Οι φλερτ, ερωτοτροπία, κόρτε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "courtship" σε Ελληνικά.
courtship
noun
γραμματική
The act of paying court, with the intent to solicit a favor. [..]
-
φλερτ
nounThroughout our courtship, you barely purchased so much as a hatpin from my store.
Σε όλο μας το φλερτ, δεν είχες αγοράσει ούτε καρφίτσα απο το κατάστημά μου.
-
ερωτοτροπία
noun feminineA century's long courtship finally culminated in a kiss.
Μια αιώνια ερωτοτροπία επιτέλους ολοκληρώθηκε με ένα φιλί.
-
κόρτε
nounThere's gotta be something in all this about their courtship.
Πρέπει να υπάρχει κάτι μέσα σ'όλα αυτά σχετικά με το κόρτε τους.
-
φλερτάρισμα
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " courtship " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη