Μετάφραση του "cove" σε Ελληνικά

Οι όρμος, κόλπος, ορμίσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cove" σε Ελληνικά.

cove verb noun γραμματική

(now rare) A hollow in a rock; a cave or cavern. [from 9th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όρμος

    noun masculine

    small coastal inlet, especially one having high cliffs protecting vessels from prevailing winds

    There's a cove at the north end, right here.

    Υπάρχει ένας όρμος στο βόρειο τέλος, ακριβως εδώ.

  • κόλπος

    noun masculine

    After I get payment, we meet at the boat in the cove and leave tonight.

    Αφού πληρωθώ, συναντιόμαστε στο πλοίο, στον κόλπο και φεύγουμε απόψε.

  • ορμίσκος

    A deep recess hollow, or nook in a cliff or steep mountainside, or a small, straight valley extending into a mountain or down a mountainside.(Source: BJGEO / WHIT) [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπήλαιο
    • θόλος
    • αψίδα
    • καμάρα
    • κόρφος
    • μούρο
    • ρόγα
    • λιμανάκι
    • αραξοβόλι
    • τύπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cove " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cove proper

A town in Arkansas [..]

+ Προσθήκη

"Cove" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Cove στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "cove"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cove" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη