Μετάφραση του "covered" σε Ελληνικά

Οι καλυμμένος, σκεπασμένος, σκεπαστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "covered" σε Ελληνικά.

covered adjective verb γραμματική

Overlaid with or enclosed within something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλυμμένος

    I always thought you looked much better covered in beer.

    Πάντα νόμιζα ότι έμοιαζες, καλύτερος καλυμμένος από μπύρα.

  • σκεπασμένος

    One wall of the house borders on the garden and is thickly covered with English ivy.

    Ένας τοίχος του σπιτιού συνορεύει με τον κήπο και είναι όλος σκεπασμένος από κισσό.

  • σκεπαστός

    adjective masculine

    The meetings were held in a central covered patio.

    Οι συναθροίσεις γίνονταν σε μια κεντρική σκεπαστή αυλή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " covered " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "covered" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "covered" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη