Μετάφραση του "cow" σε Ελληνικά

Οι αγελάδα, βόδι, Αγελάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cow" σε Ελληνικά.

cow verb noun γραμματική

A female domesticated ox or other bovine, especially an adult after she has had a calf. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγελάδα

    noun feminine

    derogatory: despicable woman [..]

    Just because you chose to be a cow doesn't mean you have to be a stupid one.

    Eπειδή διάλεξες vα γίvεις αγελάδα δε σημαίvει ότι πρέπει vα είσαι χαζή.

  • βόδι

    noun neuter

    Against you in court, I could win with a cow.

    Εσένα στο δικαστήριο, μπορώ να σε νικήσω και με ένα βόδι!

  • Αγελάδα

    Just because you chose to be a cow doesn't mean you have to be a stupid one.

    Eπειδή διάλεξες vα γίvεις αγελάδα δε σημαίvει ότι πρέπει vα είσαι χαζή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πτοώ
    • αγελαδινός
    • εκφοβίζω
    • φοβίζω
    • τρομάζω
    • βουβάλα
    • θηλυκή φάλαινα
    • θηλυκός ελέφαντας
    • χοντρογυναίκα
    • μοσχάρι
    • ταύρος
    • τρομοκρατώ
    • απειλώ
    • πειθαναγκάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

COW Acronym

Acronym of [i]copy-on-write[/i].

+ Προσθήκη

"COW" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το COW στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "cow"

Φράσεις παρόμοιες με "cow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη