Μετάφραση του "cowboy" σε Ελληνικά
Οι αγελαδάρης, καουμπόης, καουμπόι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cowboy" σε Ελληνικά.
cowboy
verb
noun
γραμματική
A man who tends free-range cattle, especially in the American West. [..]
-
αγελαδάρης
noun masculineperson who tends cattle
Shahuri has proved he can be a cowboy, Ethiopian style.
Ο Σαχούρι απέδειξε ότι μπορεί να είναι αγελαδάρης κατά τον τρόπο της Αιθιοπίας.
-
καουμπόης
noun masculineperson who tends cattle
If it wasn't obvious already he is a real cowboy.
Αν δεν το έχεις καταλάβει ήδη, είναι ένας πραγματικός καουμπόης.
-
καουμπόι
noun masculineperson who tends cattle
Friends, we are here at the entrance of the space cowboy's ranch.
Είμαστε στην είσοδο της φάρμας του διαστημικού καουμπόι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γελαδάρης
- ατζαμής
- καουμπόυ
- βουκόλος
- έφιππος κτηνοτρόφος
- ασυνείδητος οδηγός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cowboy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "cowboy"
Φράσεις παρόμοιες με "cowboy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καουμπόι κονσόλας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη