Μετάφραση του "cracking" σε Ελληνικά

Οι ράγισμα, Πυρόλυση (χημεία), ρηγμάτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cracking" σε Ελληνικά.

cracking noun adverb adjective verb γραμματική

(chemistry) The thermal decomposition of a substance, especially that of crude petroleum in order to produce petrol / gasoline. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ράγισμα

    noun neuter

    He's the crack in the lens, the fly in the ointment, the virus in the data.

    Είναι σαν ράγισμα στον φακό, σαν μύγα σε αλοιφή, σαν ιός στα δεδομένα.

  • Πυρόλυση (χημεία)

    διεργασία όπου σύνθετα οργανικά μόρια όπως βαρείς υδρογονάνθρακες διασπώνται σε πιο απλά μόρια όπως ελαφρείς υδρογονάνθρακες, διασπώντας τους δεσμούς άνθρακα-άνθρακα στα αντιδρώντα.

  • ρηγμάτωση

    — major cracking of the particulate filter substrate

    ρηγμάτωση σε μεγάλο βαθμό του υποστρώματος του φίλτρου σωματιδίων,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cracking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cracking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cracking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη