Μετάφραση του "crayon" σε Ελληνικά

Οι κηρομπογιά, κραγιόνι, παστέλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crayon" σε Ελληνικά.

crayon verb noun γραμματική

A stick of colored chalk or wax used for drawing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κηρομπογιά

    noun feminine

    colored chalk or wax [..]

    I haven't used a crayon in a really, really long time.

    Έχω να χρησιμοποιήσω κηρομπογιά εδώ και πάρα πάρα πολύ καιρό.

  • κραγιόνι

    noun

    Yeah, that's me Jasper and his purple crayon.

    Ναι, έτσι είμαι εγώ, ο Τζάσπερ και το πορφυρό του κραγιόνι.

  • παστέλ

    All my brother does is jam crayons up his nose.

    Ο αδερφός μου το μόνο που κάνει είναι ζωγραφιές με παστέλ.

  • κραγιόν

    noun

    Drew on the wall with a crayon after Momma told me not to.

    Ζωγράφισα στον τοίχο με κραγιόν, μα η μαμά μου είχε πει να μην το κάνω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crayon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Crayon
+ Προσθήκη

"Crayon" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Crayon στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "crayon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crayon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη