Μετάφραση του "creation" σε Ελληνικά

Οι δημιουργία, δημιούργημα, πλάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "creation" σε Ελληνικά.

creation noun γραμματική

(countable) An invention, artwork, etc [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημιουργία

    noun feminine

    something created such as an invention or artwork [..]

    I thought it had been agreed in Amsterdam that job creation was the number one priority.

    Νόμισα πως στο Αμστερνταμ είχε συμφωνηθεί ότι η δημιουργία θέσεων εργασίας θα ήταν η πρώτη προτεραιότητα.

  • δημιούργημα

    noun neuter

    something created such as an invention or artwork [..]

    Our most elusive prey is our own creation.

    Η πιο άπιαστη λεία μας είναι δικό μας δημιούργημα.

  • πλάση

    noun feminine

    (Biblical) all which exists

    Zaya thought you were the greatest thing in all of creation.

    Η Ζάϊα πίστευε πως ήσουν ο πιο σπουδαίος στην πλάση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ίδρυση
    • κόσμος
    • κρεασιόν
    • σύλληψη
    • σύμπαν
    • μακρόκοσμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " creation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Creation noun

(theology) God's act of bringing the universe into existence

+ Προσθήκη

"Creation" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Creation στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "creation"

Φράσεις παρόμοιες με "creation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "creation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη