Μετάφραση του "creeping" σε Ελληνικά
Οι έρπων, αναρρίχηση, αναρριχητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "creeping" σε Ελληνικά.
creeping
noun
verb
γραμματική
Present participle of creep. [..]
-
έρπων
-
αναρρίχηση
Noun -
αναρριχητικός
Adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανατριχίλα
- ερπυσμός
- μπουσούλημα
- ρίγος
- σκαρφάλωμα
- σούρσιμο
- συρόμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " creeping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "creeping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεμώνη anemone coronaria
-
έρπον κύμα
-
φεύγω έρποντας
-
ανατριχίλα · ρίγος
-
έρπων πληθωρισμός
-
Ερπυσμός · έρπω · ακροπατώ · αναρριχώμαι · ανατριχιάζω · ανώμαλος · γλιστρώ · ερπυσμός · μπουσουλάω · οσφυοκάμπτης · πατώ στις μύτες των ποδιών μου · προχωρώ αργά και αθόρυβα · σέρνομαι · σιχαμερό υποκείμενο · σκαρφαλώνω · στέκομαι κλαρίνο · στέκομαι σούζα · σύρσιμο · ταπεινώνομαι · φέρομαι δουλοπρεπώς · φόβητρο · ψώνιο
-
χαμνοειδής ιτιά
-
Μου προκάλεσε ανατριχίλα · Μου προκάλεσε ρίγος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη