Μετάφραση του "cretin" σε Ελληνικά
Οι κρετίνος, ηλίθιος, βλάκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cretin" σε Ελληνικά.
cretin
noun
γραμματική
(pathology) A person who fails to develop mentally and physically due to a congenital hypothyroidism. [..]
-
κρετίνος
noun masculinepejorative: an idiot [..]
The man the police are holding is only guilty of being a cretinous Nazi.
Ο άντρας που κρατάει η αστυνομία είναι ένοχος μόνο επειδή είναι ένας κρετίνος Ναζί.
-
ηλίθιος
noun masculinepejorative: an idiot
Just your average cretin with a train to catch!
Ο καθημερινός ηλίθιος που τρέχει να προλάβει το τρένο.
-
βλάκας
noun masculineI wonder if that cretin isn't right after all?
Διερωτώμαι αν αυτός ο βλάκας ο δικαστής είναι εντάξει, μετά απ'όλα αυτά?
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χαζός
- κουτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cretin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη