Μετάφραση του "crevasse" σε Ελληνικά

Οι ρωγμή, σχισμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crevasse" σε Ελληνικά.

crevasse verb noun γραμματική

(literally) A crack or fissure in a glacier or snow field; a chasm. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρωγμή

    noun feminine

    Evidence suggests that this Ice Age female was alone when she fell into a crevasse.

    Η ένδειξη λέει ότι αυτή η γυναίκα ήταν μόνη όταν έπεσε στην ρωγμή.

  • σχισμή

    feminine

    Who saved your fuckin'life when you were fell into the crevasse.

    Ποιος σου έσωσε την άθλια τη ζωή σου όταν έπεσες μέσα στην σχισμή;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crevasse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crevasse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη