Μετάφραση του "criminalize" σε Ελληνικά
Οι ποινικοποιώ, απαγορεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "criminalize" σε Ελληνικά.
criminalize
verb
γραμματική
(transitive) To make (something) a crime; to make illegal under criminal law; to ban. [..]
-
ποινικοποιώ
verbto make something be a crime
-
απαγορεύω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " criminalize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "criminalize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έγκλημα · αδίκημα
-
έγκλημα
-
Ποινική δίκη · ποινική διαδικασία · ποινική δικονομία
-
πρόκληση σοβαρών υλικών ζημιών
-
δικτυοπειρατής · εγκληματίας τού κυβερνοχώρου
-
ποινικολόγος
-
ποινικό στρατιωτικό δίκαιο
-
Ειδικό Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη