Μετάφραση του "crinkly" σε Ελληνικά
Οι ζαρωμένος, σγουρός, τσαλακωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crinkly" σε Ελληνικά.
crinkly
adjective
noun
γραμματική
having crinkles; wrinkly [..]
-
ζαρωμένος
adjective masculine -
σγουρός
Adjective -
τσαλακωμένος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crinkly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη