Μετάφραση του "critic" σε Ελληνικά

Οι κριτικός, επικριτής, κριτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "critic" σε Ελληνικά.

critic verb noun γραμματική

A person who appraises the works of others [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κριτικός

    noun m-f masculine, feminine

    person who appraises the works of others [..]

    It's a wild card for disarming any reasonable criticism.

    Είναι ένα πασπαρτού για να αφοπλίζεις κάθε εύλογη κριτική.

  • επικριτής

    masculine

    one who criticizes; a person who finds fault

    Everyone knows I've been a fierce critic of the current chief.

    Όλοι ξέρουν ότι ήμουν σφοδρός επικριτής του τρέχοντος Αρχηγού.

  • κριτής

    noun m;f masculine;feminine

    one who criticizes; a person who finds fault [..]

    I am willing to offer my services as a bait critic.

    Θα ήθελα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως κριτής δολωμάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τεχνοκριτικός
    • τεχνοκρίτης
    • τιμητής
    • κατήγορος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " critic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "critic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "critic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη