Μετάφραση του "crosswise" σε Ελληνικά

Οι διαγωνίως, σταυρωτά, εγκάρσια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crosswise" σε Ελληνικά.

crosswise adjective adverb γραμματική

crossing; lying across [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαγωνίως

  • σταυρωτά

  • εγκάρσια

    adverb

    Weft—the series of yarns running crosswise to the warp yarns.

    Υφάδι —τα νήματα που συνδυάζονται με τα νήματα του στημονιού στην εγκάρσια κατεύθυνση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαρσίως
    • εγκάρσιος
    • κατά πλάτος
    • σταυροειδώς
    • χιαστί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crosswise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crosswise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη