Μετάφραση του "crown" σε Ελληνικά

Οι κορώνα, στέμμα, κορυφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crown" σε Ελληνικά.

crown adjective verb noun γραμματική

A reward of victory or a mark of honor. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορώνα

    noun feminine

    royal headdress [..]

    I'd sewn her a dress and made a crown from a tin can.

    Της έραψα φόρεμα κι έφτιαξα μια κορώνα από μια κονσέρβα.

  • στέμμα

    noun neuter

    royal, imperial or princely headdress [..]

    These strips of water are the roots with the dam here in the crown.

    Αυτά τα δύο μέρη είναι τα περιθώρια, με το φράγμα σάν ένα στέμμα.

  • κορυφή

    noun feminine

    topmost part of of the head [..]

    The first step is to build a ladder to its crown.

    Το πρώτο βήμα είναι να φτιάξεις μια σκάλα ως την κορυφή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κορφή
    • κορόνα
    • στέφω
    • στεφάνι
    • στεφάνη
    • αγκώνας (το πάνω μέρος) της άγκυρας
    • διάδημα
    • κάλυμμα
    • θήκη
    • μύλη
    • στεφανώνω
    • επίθεση
    • επιστέφω
    • κορυφή δέντρου
    • κορυφή κρανίου
    • στέμμα (εραλδική)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crown " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Crown proper noun

The sovereign, in a monarchic country. [..]

+ Προσθήκη

"Crown" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Crown στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "crown"

Φράσεις παρόμοιες με "crown" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crown" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη