Μετάφραση του "crudity" σε Ελληνικά
Το χοντροκοπιά είναι η μετάφραση του "crudity" σε Ελληνικά.
crudity
noun
γραμματική
(uncountable) The state of being crude. [..]
-
χοντροκοπιά
noun feminineAnd the relative crudity of its Nth metal components.
Και με τη σχετική χοντροκοπιά των συστατικών του από μέταλλο Ένθ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crudity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη