Μετάφραση του "cry" σε Ελληνικά

Οι κλαίω, κραυγή, κλάμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cry" σε Ελληνικά.

cry Verb verb noun γραμματική

(intransitive) To shed tears; to weep. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλαίω

    verb

    intransitive: to weep [..]

    Tom saw Mary crying.

    Ο Τομ είδε τη Μαίρη να κλαίει.

  • κραυγή

    noun feminine

    words shouted or screamed [..]

    I feel like everything that comes out of your mouth is a cry for help.

    Νιώθω πως ότι βγαίνει απο το στόμα σου είναι κραυγή βοήθειας.

  • κλάμα

    noun neuter

    shedding of tears

    Tom's eyes were red from crying.

    Τα μάτια του Τομ ήταν κόκκινα απ' το κλάμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κραυγάζω
    • φωνάζω
    • φωνή
    • κλαψουρίζω
    • κλάμμα
    • κλάψιμο
    • αλαλαγή
    • κράζω
    • κλαυθμός
    • θρηνώ
    • μυκηθμός
    • διαλαλώ
    • μουκάνισμα
    • ξεφωνίζω
    • φωνασκώ
    • κλαίω γοερά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cry " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cry

Cry, The Beloved Country

+ Προσθήκη

"Cry" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Cry στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "cry"

Φράσεις παρόμοιες με "cry" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάζω τα κλάματα · ξεσπάω σε κλάματα
  • παραδίνεσαι; · πες ήμαρτον
  • Κρυσταλλικός ταλαντωτής · Κρύσταλλος · Ρολόι κρυσταλλικού ταλαντωτή
  • κλαίω από μέσα μου · στεναχωρημένος εσωτερικά
  • Θερμοκρασιακά αντισταθμισμένος κρυσταλλικός ταλαντωτής
  • Κρυσταλλικός ταλαντωτής ελεγχόμενος από τάση
  • δέντρο ceiba pentantra
  • Κλάμα · αυτός που θρηνεί · αυτός που κλαίει · θρήνος · κλάμα · κλάμμα · κλαυθμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cry" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη