Μετάφραση του "crystallization" σε Ελληνικά
Οι κρυστάλλωση, κρυσταλλοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crystallization" σε Ελληνικά.
crystallization
noun
γραμματική
(uncountable) The act or process by which a substance in solidifying assumes the form and structure of a crystal, or becomes crystallized. [..]
-
κρυστάλλωση
noun feminineformation of a solid from a solution [..]
In order to obtain a concentrated curcumin powder, the extract is purified by crystallization.
Για να ληφθεί σκόνη συμπυκνωμένης κουρκουμίνης, το εκχύλισμα καθαρίζεται με κρυστάλλωση.
-
κρυσταλλοποίηση
The formation of crystalline substances from solutions or melts.
in the same way as this crystallization works.
με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί η κρυσταλλοποίηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crystallization " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "crystallization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαξονικός κρύσταλλος
-
Διδυμία
-
Ελεγχόμενος / αντισταθμισμένος με φουρνάκι κρυσταλλικός ταλαντωτής
-
Υγρός κρύσταλλος MOS
-
κρυστάλλινα σαφής
-
Μονολιθικό κρυσταλλικό φίλτρο
-
φωτονικός κρύσταλλος
-
Ρολόι κρυσταλλικού ταλαντωτή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη