Μετάφραση του "cudgel" σε Ελληνικά
Οι ρόπαλο, κτυπώ, ματσουκι, στυλιαρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cudgel" σε Ελληνικά.
cudgel
verb
noun
γραμματική
to strike someone with a cudgel [..]
-
ρόπαλο
noun neutera short heavy club with a rounded head used as a weapon
But they discovered that the aged and treated bamboo of their shakuhachi flute made an excellent cudgel.
Αλλά ανακάλυψαν ότι το γερασμένο και επεξεργασμένο μπαμπού από το σακουχάτσι αυλό τους, ήταν άριστο ρόπαλο.
-
κτυπώ
verb -
ματσουκι, στυλιαρι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cudgel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη