Μετάφραση του "culpableness" σε Ελληνικά
Το ενοχή είναι η μετάφραση του "culpableness" σε Ελληνικά.
culpableness
noun
γραμματική
The state or quality of being culpable. [..]
-
ενοχή
noun feminineThe joint culpability of the majority society is also often glossed over.
Συχνά συγκαλύπτεται επίσης η κοινή ενοχή της κοινωνίας της πλειονότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " culpableness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "culpableness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κολάσιμη αμέλεια · ποινική παράλειψη
-
ένοχος · υπαίτιος
-
ενοχή · υπαιτιότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη