Μετάφραση του "culprit" σε Ελληνικά
Οι ένοχος, φταίχτης, δράστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "culprit" σε Ελληνικά.
The person or thing at fault for a problem or crime. [..]
-
ένοχος
adjective m-fculprit [..]
If this is the culprit... then your paralysis could have come on crossing the street, lying in bed.
Aν είναι αυτή ο ένοχος, τότε ίσως να έμενες παράλυτος περνώντας το δρόμο, ή ξαπλώνοντας.
-
φταίχτης
masculineculprit
I found out that the culprit to Arang's death was herself.
Ανακάλυψα ότι ο φταίχτης για τον θάνατο της Αρανγκ ήταν η ίδια.
-
δράστης
noun masculineThat's why I want to catch the culprit so that she can rest in peace.
Γι'αυτό θέλω να πιάσω τον δράστη, για να αναπαυτεί η ψυχή της.
-
υπαίτιος
Adjective masculineIt was clear to me right away who the culprit must be.
Ήταν ευθύς εξαρχής ξεκάθαρο ποιος ήταν ο υπαίτιος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " culprit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate