Μετάφραση του "culvert" σε Ελληνικά
Οι κανάλι, αγωγός, γαλαρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "culvert" σε Ελληνικά.
culvert
verb
noun
γραμματική
A transverse channel under a road or railway for the draining of water. [..]
-
κανάλι
noun neuter -
αγωγός
noun masculineThe new sewer is designed to replace an existing brick culvert.
Ο νέος αγωγός έχει σχεδιαστεί για να αντικαταστήσει τον ήδη υπάρχοντα κτιστό οχετό.
-
γαλαρία
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " culvert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "culvert"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη