Μετάφραση του "cunning" σε Ελληνικά

Οι πανούργος, πονηρός, πονηριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cunning" σε Ελληνικά.

cunning adjective noun γραμματική

Sly; crafty; clever in surreptitious behaviour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πανούργος

    adjective masculine

    Intelligent, smart and capable of taking advantage of a situation.

  • πονηρός

    adjective masculine
  • πονηριά

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πανουργία
    • επιτήδειος
    • πολυμήχανος
    • επιτηδειότητα
    • έξυπνος
    • εξυπνάδα
    • κατεργαριά
    • διαβολιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cunning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cunning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη