Μετάφραση του "curdle" σε Ελληνικά
Οι παγώνω, πήζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "curdle" σε Ελληνικά.
curdle
verb
γραμματική
(ambitransitive) To form curds so that it no longer flows smoothly; to cause to form such curds. (usually said of milk) [..]
-
παγώνω
verbCome children, Uncle Alan's going to curdle your blood.
Ελάτε παιδάκια, ο θείος Άλαν θα σας παγώσει το αίμα.
-
πήζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " curdle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "curdle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πήξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη