Μετάφραση του "curing" σε Ελληνικά
Το σκλήρυνση είναι η μετάφραση του "curing" σε Ελληνικά.
curing
noun
verb
γραμματική
Present participle of cure. [..]
-
σκλήρυνση
If a thermosetting resin is used, the resin shall be cured after filament winding.
Αν χρησιμοποιείται θερμοσταθεροποιούμενη ρητίνη, η ρητίνη πρέπει να υφίσταται σκλήρυνση μετά τη διεργασία περιέλιξης του νήματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " curing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "curing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ίαση · αντιμετώπιση · βουλκανισμός · γιατρειά · γιατρεύω · επίλυση · θεραπεία · θεραπεία (μτφ.) · θεραπευτικό · θεραπεύσει · θεραπεύω · ταριχεύω · φάρμακο
-
πανσέτα
-
θεραπεία [+Γεν.]
-
πανάκεια
-
αλλαντικό
-
Βουλκανίζω
-
υδροθεραπεία
-
θαυματουργική θεραπεία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη