Μετάφραση του "curly" σε Ελληνικά
Οι σγουρός, κατσαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "curly" σε Ελληνικά.
curly
adjective
noun
γραμματική
a person or animal with curly hair. [..]
-
σγουρός
AdjectiveCurling or tending to curl.
As many curly-headed little ones as you want.
Πολλοί σγουρός-που διευθύνονται όπως μικροί καθώς θέλετε.
-
κατσαρός
adjective masculinehaving curls
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " curly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "curly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σγουρομάλλης
-
Άγκιστρο
-
κατσαρομάλλης · σγουρομάλλης
-
κατσάρωμα
-
άγκιστρο · μύστακας
-
έχω κάποιον στο χέρι
-
σγουρό λάχανο
-
έχω κπ καβάλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη