Μετάφραση του "curtilage" σε Ελληνικά

Οι περίβολος, περίγυρος, προάυλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "curtilage" σε Ελληνικά.

curtilage noun γραμματική

(law) the area immediately surrounding a house. Contains either no roof, or areas within the roof to see inside. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίβολος

    noun
  • περίγυρος

    noun
  • προάυλιο

    noun
  • αυλή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " curtilage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "curtilage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη