Μετάφραση του "cut-off" σε Ελληνικά

Οι αποκοπή, κόψιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cut-off" σε Ελληνικά.

cut-off adjective noun γραμματική

Alternative spelling of cutoff. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκοπή

    Noun

    For comparative studies the cut-off shall also always relate to mass and energy.

    Για τις συγκριτικές μελέτες, η αποκοπή θα σχετίζεται πάντα με τη μάζα και την ενέργεια.

  • κόψιμο

    noun neuter

    Getting my arm cut off was pleasant by comparison.

    Το κόψιμο του χεριού μου ήταν ευχάριστο μπροστά σ'αυτό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cut-off " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cut-off" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cut-off" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη