Μετάφραση του "cutback" σε Ελληνικά

Οι περικοπή, αναδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cutback" σε Ελληνικά.

cutback noun γραμματική

A reduction in an existing program of some sort. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περικοπή

    noun

    Another interested party commented that one Union producer had problems to supply customers because of ‘cutbacks’.

    Άλλο ενδιαφερόμενο μέρος σχολίασε ότι ένας ενωσιακός παραγωγός αντιμετώπιζε προβλήματα με τον εφοδιασμό των πελατών λόγω «περικοπών».

  • αναδρομή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cutback " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cutback" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη