Μετάφραση του "cutting" σε Ελληνικά

Οι κόψιμο, κοπή, μόσχευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cutting" σε Ελληνικά.

cutting adjective noun verb γραμματική

Present participle of cut. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόψιμο

    noun neuter

    action

    You'see, cutting down like'so would cut the eyelid's, remove the no'se and cut into the cheek.

    Τέτοιο κόψιμο απαιτεί να αφαιρέσεις τα βλέφαρα να αφαιρέσεις την μύτη και να κόψεις τα μάγουλα.

  • κοπή

    noun

    The act or process of felling or uprooting standing trees.

    Due to the product's characteristics and composition, it cannot be cut or sliced.

    Η φύση και η σύνθεσή του δεν επιτρέπουν την κοπή του σε τεμάχια ή φέτες.

  • μόσχευμα

    In plant propagation, young shoots or stems removed for the purpose of growing new plants by vegetatively rooting the cuttings.

    This standard does not apply to herbaceous cuttings,

    Η απαίτηση αυτή δεν ισχύει για τα χλωρά μοσχεύματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τομή
    • απόκομμα
    • υλοτομία
    • ξεμασκαλίδι
    • όρυγμα
    • δηκτικός
    • διάνοιξη
    • άνοιγμα
    • καυστικός
    • σαρκαστικός
    • αγνοώ
    • Μόσχευμα (βοτανική)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cutting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cutting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cutting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη