Μετάφραση του "cynic" σε Ελληνικά

Οι κυνικός, Κυνικοί φιλόσοφοι, Κυνικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cynic" σε Ελληνικά.

cynic adjective noun γραμματική

A person who believes that all people are motivated by selfishness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνικός

    noun masculine

    A person whose outlook is scornfully negative [..]

    This move may be sleazy and cynical, but it could work.

    Μπορεί αυτή η κίνηση να είναι αισχρή και κυνική, μα μπορεί να πετύχει.

  • Κυνικοί φιλόσοφοι

    ancient school of philosophy

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cynic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cynic adjective noun γραμματική

A member of a sect of ancient Greek philosophers who believed virtue to be the only good and self-control to be the only means of achieving virtue. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυνικός

    adjective masculine

    member [..]

    Well, technically, Mr. Cynical can't be happy.

    Bασικά ο κύριος Κυνικός δεν μπορεί να χαρεί.

  • κυνικός

    noun masculine

    relating to the Cynics

    This move may be sleazy and cynical, but it could work.

    Μπορεί αυτή η κίνηση να είναι αισχρή και κυνική, μα μπορεί να πετύχει.

  • Κυνικοί φιλόσοφοι

Εικόνες με "cynic"

Φράσεις παρόμοιες με "cynic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κυνισμός · κυνικοί φιλόσοφοι · κυνισμός
  • κυνικά
  • κυνικός · ωμός
  • Κυνισμός · κυνικοί φιλόσοφοι · κυνισμός
  • Κυνισμός · κυνικοί φιλόσοφοι · κυνισμός
  • κυνικός · ωμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cynic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη