Μετάφραση του "daimyo" σε Ελληνικά

Το ντάιμγιο είναι η μετάφραση του "daimyo" σε Ελληνικά.

daimyo noun γραμματική

A lord during the Japanese feudal period. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντάιμγιο

    powerful territorial lord in pre-modern Japan

    He's the chief daimyo of this country.

    Eίναι ο ύπατος ́ ́ ντάιμγιο ́ ́ όλης της χώρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " daimyo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "daimyo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη